ευδοξια

ευδοξια
    εὐδοξία
    ἥ
    1) доброе имя, слава, почет, уважение Pind., Arst., Isocr., pl. Dem.
    2) высокие качества, доблесть Pind.
    3) одобрение, похвала
    

(τοῦ πλήθους Plat.)

    4) филос. правильное суждение, здравый смысл
    

(εὐδοξίᾳ τὰς πόλεις ὀρθοῦν Plat.)


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ευδοξια" в других словарях:

  • εὐδοξία — εὐδοξίᾱ , εὐδοξία good repute fem nom/voc/acc dual εὐδοξίᾱ , εὐδοξία good repute fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοξία — Εὐδοξίᾱ , Εὐδοξία good repute fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοξίᾳ — Εὐδοξίᾱͅ , Εὐδοξία good repute fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοξίᾳ — εὐδοξίαι , εὐδοξία good repute fem nom/voc pl εὐδοξίᾱͅ , εὐδοξία good repute fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευδοξία — (; – 404 μ.Χ.). Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου (400 4). Κόρη Φράγκου στρατηγού, έγινε σύζυγος του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395 408). Η Ε. ήταν υπερβολικά φιλόδοξη και αυταρχική με έντονη προσωπικότητα. Ήρθε γρήγορα σε σύγκρουση με τον ισχυρό ευνούχο… …   Dictionary of Greek

  • Ευδοξία Φεοντόροβνα — (1669 – 1731). Πρώτη σύζυγος του Πέτρου Α’ του Μεγάλου της Ρωσίας. Αναμείχτηκε στις πολιτικές ραδιουργίες του παλαιορωσικού κόμματος που είχε αντιταχτεί στις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του πατριάρχη Νίκωνα. Αργότερα εναντιώθηκε στα… …   Dictionary of Greek

  • Εὐδοξίας — Εὐδοξίᾱς , Εὐδοξία good repute fem acc pl Εὐδοξίᾱς , Εὐδοξία good repute fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοξίας — εὐδοξίᾱς , εὐδοξία good repute fem acc pl εὐδοξίᾱς , εὐδοξία good repute fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοξίαι — εὐδοξία good repute fem nom/voc pl εὐδοξίᾱͅ , εὐδοξία good repute fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοξίαι — Εὐδοξίᾱͅ , Εὐδοξία good repute fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοξίαν — εὐδοξίᾱν , εὐδοξία good repute fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»